συντεταγμένα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντεταγμένα < (καθαρεύουσα) συντεταγμένως από την λόγια παθητική μετοχή του παρακειμένου του ρήματος συντάσσομαι, συντεταγμένος

Επίρρημα[επεξεργασία]

συντεταγμένα

οι διαδηλωτές του ΠΑΜΕ αποχώρησαν συντεταγμένα


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]