συντομεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντομεύω < σύντομος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sin.dɔ.ˈmɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συντομεύω

  1. (μεταβατικό) μειώνω τη χρονική διάρκεια
  2. (αμετάβατο) γίνομαι πιο σύντομος
  3. επισπεύδω κάτι ώστε να ολοκληρωθεί σύντομα
    ο πρόεδρος ζήτησε από τον ομιλητή να συντομεύει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]