συντρίβομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συντρίβομαι < παθητική φωνή του ρήματος συντρίβω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συντρίβομαι

  1. (για ανθρώπους) διαλύομαι συναισθηματικά, καταρρακώνομαι, νιώθω ότι έχω συνθλιβεί, ότι όλα έχουν καταρρεύσει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Σημείωση: Χρησιμοποιούνται επίσης οι λόγιοι τύποι του αορίστου συνετρίβην (συνετρίβης, συνετρίβη, (συνετρίβημεν), (συνετρίβητε), συνετρίβησαν), οι υπόλοιποι συνοπτικοί τύποι με το θέμα συντριβ, όπως το απαρέμφατο συντριβεί, και η μετοχή συντετριμμένος.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]