Μετάβαση στο περιεχόμενο

συντροφέψει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συντροφέψει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συντροφεύω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συντροφεύω
  3. θα συντροφέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συντροφεύω