συντροφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Συντροφία

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συντροφία θηλυκό

  1. (παρωχημένο) (ιστορία) συντεχνία τεχνιτών
  2. (καθαρεύουσα) συντροφιά