συνυπευθυνότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συνυπευθυνότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συνυπευθυνότης + -ότητα. Συγχρονικά αναλύεται σε συνυπεύθυν(ος) + -ότητα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /si.ni.pe.fθiˈno.ti.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συ‐νυ‐πευ‐θυ‐νό‐τη‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]συνυπευθυνότητα θηλυκό
- (λόγιο) η ιδιότητα του συνυπεύθυνου· η από κοινού ευθύνη δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή παραγόντων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συνυπευθυνότητα
|
Πηγές
[επεξεργασία]- συνυπευθυνότητα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- συνυπευθυνότητα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)