Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνυπευθυνότητα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συνυπευθυνότητα οι συνυπευθυνότητες
      γενική της συνυπευθυνότητας των συνυπευθυνοτήτων
    αιτιατική τη συνυπευθυνότητα τις συνυπευθυνότητες
     κλητική συνυπευθυνότητα συνυπευθυνότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συνυπευθυνότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συνυπευθυνότης + -ότητα. Συγχρονικά αναλύεται σε συνυπεύθυν(ος) + -ότητα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /si.ni.pe.fθiˈno.ti.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συνυπευθυνότητα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συνυπευθυνότητα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]