Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνυπηρετήσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνυπηρετήσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνυπηρετώ
  2. θα συνυπηρετήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνυπηρετώ