συνυπουργέω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]συνυπουργέω
- υπηρετώ ή συνεργάζομαι μαζί με κάποιον
Κλίση
[επεξεργασία]| προσωπικές εγκλίσεις |
οριστική | υποτακτική | ευκτική | προστακτική |
|---|---|---|---|---|
| ἐγώ | ||||
| σύ | ||||
| οὖτος | ||||
| ἡμεῖς | ||||
| ὑμεῖς | ||||
| οὗτοι | ||||
| ονοματικοί τύποι |
απαρέμφατο | μετοχή | ||
Πηγές
[επεξεργασία]- συνυπουργέω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- συνυπουργέω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.