συνυφαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνυφαίνω < αρχαία ελληνική συνυφαίνω < σύν + ὑφαίνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *webʰ- (3. σημασιολογικό δάνειο από αγγλική interweave)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ni.ˈfε.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνυφαίνω (παθητική φωνή: συνυφαίνομαι)

  1. (κυριολεκτικά) υφαίνω κάτι μαζί με κάτι άλλο
  2. (μεταφορικά) οργανώνω, αναπτύσσω (μαζί με κάτι άλλο)
  3. (μεταφορικά) συναρτώ, εξαρτώ, δένω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]