συνυφασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνυφασμένος συνυφασμένη συνυφασμένο
γενική συνυφασμένου συνυφασμένης συνυφασμένου
αιτιατική συνυφασμένο συνυφασμένη συνυφασμένο
κλητική συνυφασμένε συνυφασμένη συνυφασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνυφασμένοι συνυφασμένες συνυφασμένα
γενική συνυφασμένων συνυφασμένων συνυφασμένων
αιτιατική συνυφασμένους συνυφασμένες συνυφασμένα
κλητική συνυφασμένοι συνυφασμένες συνυφασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνυφασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνυφαίνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συνυφασμένος, -η, -ο

  1. συνδεδεμένος στενά, με ένα άρρηκτο τρόπο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]