συνωμοσία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνωμοσία συνωμοσίες
γενική συνωμοσίας συνωμοσιών
αιτιατική συνωμοσία συνωμοσίες
κλητική συνωμοσία συνωμοσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνωμοσία < αρχαία ελληνική συνωμοσία < συνομώτης < συν- + -ομώτης < όμνυμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₃emh₃-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνωμοσία θηλυκό

  • μυστικό σχέδιο που υλοποιείται στα κρυφά από μια ομάδα ατόμων, συνήθως για κακούς σκοπούς
    η Συνομωσία της Πυρίτιδας του 1605 είχε οργανωθεί από μια ομάδα καθολικών, με σκοπό τη δολοφονία του βασιλιά Ιακώβου Α' της Αγγλίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]