συνωμοσιολόγος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συνωμοσιολόγος (νεολογισμός) < συνωμοσία + -ο- + -λόγος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]συνωμοσιολόγος αρσενικό ή θηλυκό
- που ασχολείται επισταμένως με συνωμοσίες ή θεωρίες συνωμοσίας ή αναφέρεται συχνά σε σχετικά ζητήματα, συνήθως για εμπορικούς ή πολιτικούς λόγους
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συνωμοσιολόγος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- συνωμοσιολόγος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- συνωμοσιολόγος - Χριστοφίδου Αναστασία, (επιμ.), Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 9-10, έτος 2009. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr