συνωμοτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνωμοτώ < συνωμότης

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνωμοτώ, παρατ.: συνωμοτούσα, στιγμ. μέλλ.: θα συνωμοτήσω, αόρ.: συνωμότησα

  1. συμμετέχω ή οργανώνω μια συνωμοσία, σχεδιάζω κάτι μυστικά μαζί με άλλους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]