συνωμότης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνωμότης συνωμότες
γενική συνωμότη συνωμοτών
αιτιατική συνωμότη συνωμότες
κλητική συνωμότη συνωμότες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνωμότης < αρχαία ελληνική συνωμότης < συν- + ὄμνυμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₃emh₃-

ορθογραφία[επεξεργασία]

Στις σύνθετες λέξεις του όμνυμι το -ο εκτείνεται δηλαδή μετατρέπται σε μακρό -ω, όπως από το όνομα ανώνυμος, επώνυμος, φερώνυμος, περιώνυμος, από το οδύνη ανώδυνος, επώδυνος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνωμότης αρσενικό (θηλυκό: συνωμότρια & συνωμότισσα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]