Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνωμότησε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνωμότησε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ