συνύπαρξη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | συνύπαρξη | οι | συνυπάρξεις |
| γενική | της | συνύπαρξης* | των | συνυπάρξεων |
| αιτιατική | τη | συνύπαρξη | τις | συνυπάρξεις |
| κλητική | συνύπαρξη | συνυπάρξεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, συνυπάρξεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συνύπαρξη < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική συνυπάρχω < σύν + ὑπάρχω < ὑπο- + ἄρχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂érgʰ- (ἄρχω)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]συνύπαρξη θηλυκό
- η ταυτόχρονη ύπαρξη
- ※ Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμού. («Μέλημά μου όσοι είναι στη σκιά, στα πίσω θρανία, στο περιθώριο», ΤΑ ΝΕΑ, 2024/03/04, )
- ※ Έκτοτε, η θέση των Εβραίων στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βελτιώθηκε σημαντικά, καθώς η θρησκεία των Οθωμανών, το Ισλάμ, ήταν υπέρ της συνύπαρξης των μωαμεθανών με τους μονοθεϊστικούς λαούς της Βίβλου (Χρονικά, τομος κγ', αρ. φυλλου 170, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2000, Όργανο του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδος, σελ. 6 )
- η συμβίωση
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συνύπαρξη