συρραπτικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συρραπτικό συρραπτικά
γενική συρραπτικού συρραπτικών
αιτιατική συρραπτικό συρραπτικά
κλητική συρραπτικό συρραπτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συρραπτικό < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συρραπτικό ουδέτερο

  1. φορητός ή επιτραπέζιος μηχανικός μηχανισμός που χρησιμοποιεί συρματάκια σχήματος Π για να συνδέσει μεταξύ τους φύλλα χαρτιού

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]