συρροή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συρροή συρροές
γενική συρροής συρροών
αιτιατική συρροή συρροές
κλητική συρροή συρροές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συρροή < ελληνιστική κοινή συρροή < αρχαία ελληνική συρρέω < σύν + ῥέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συρροή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  1. στη σειρά, εξακολουθητικά
  2. (νομικός όρος) τέλεση πολλών αξιόποινων πράξεων από το ίδιο πρόσωπο, πριν από την τελεσίδικη καταδίκη του για κάποια από αυτές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]