συρταριέρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συρταριέρα συρταριέρες
γενική συρταριέρας συρταριέρων
αιτιατική συρταριέρα συρταριέρες
κλητική συρταριέρα συρταριέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συρταριέρα < συρτάρι + -ιέρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συρταριέρα θηλυκό

  1. ξεχωριστό έπιπλο ή πρόσθετο τμήμα επίπλου που αποτελείται μόνο από συρτάρια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]