Μετάβαση στο περιεχόμενο

συσκευάσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συσκευάσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσκευάζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσκευάζω
  3. θα συσκευάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συσκευάζω