Μετάβαση στο περιεχόμενο

συσπουδάσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συσπουδάσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
  3. θα συσπουδάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συσπουδάζω