Μετάβαση στο περιεχόμενο

συσπουδάσετε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συσπουδάσετε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συσπουδάζω
  2. θα συσπουδάσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συσπουδάζω