Μετάβαση στο περιεχόμενο

συσσωμάτωσε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συσσωμάτωσε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συσσωματώνω