συστάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συστάδα συστάδες
γενική συστάδας συστάδων
αιτιατική συστάδα συστάδες
κλητική συστάδα συστάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συστάδα < αρχαία ελληνική συστάς (από την αιτιατική συστάδα) < συ-(συν)-στα- < που ανάγεται στο συνίσταμαι.[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siˈsta.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συστάδα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. {{B:Μπαμπινιώτης 2010}}