Μετάβαση στο περιεχόμενο

συσταλείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συσταλείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι
  2. θα συσταλείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συστέλλομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συστέλλομαι