συστημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματοςσυστήνω/συστήνομαι και του συνιστώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συστημένος

  1. που έχει συσταθεί ως φορέας κάποιας υπηρεσίας, μιας επιχείρησης ή για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού
    «η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και παραγωγή των οικονομικών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων», αρθ. 23 § 2 Σ.
  2. που τον έχουν συστήσει, που έχει συστάσεις (προφορικές ή γραπτές) από κάποιον τρίτο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]