Μετάβαση στο περιεχόμενο

συστημικός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: συστηματικός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συστημικός η συστημική το συστημικό
      γενική του συστημικού της συστημικής του συστημικού
    αιτιατική τον συστημικό τη συστημική το συστημικό
     κλητική συστημικέ συστημική συστημικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συστημικοί οι συστημικές τα συστημικά
      γενική των συστημικών των συστημικών των συστημικών
    αιτιατική τους συστημικούς τις συστημικές τα συστημικά
     κλητική συστημικοί συστημικές συστημικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συστημικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική systemic < αρχαία ελληνική σύστημα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /si.sti.miˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συστημικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

συστημικός, -ή, -ό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  1. συστημική θεωρία: στην πληροφορική ή στην ψυχανάλυση και σε άλλους τομείς πρεσβεύει ότι η βλάβη σε ένα στοιχείο του συστήματος επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάζει όλο το σύστημα καθώς και άλλα δίκτυα (οικονομικά, οργανικά, ψυχικά) που συνδέονται με αυτό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]