συστημικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συστημικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική systemic < αρχαία ελληνική σύστημα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /si.sti.miˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συ‐στη‐μι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]συστημικός, -ή, -ό
- που αναφέρεται και χαρακτηρίζει ένα ολόκληρο σύστημα ή δίκτυο συστημάτων που συνδέονται και αλληλεξαρτώνται, που οφείλεται στο σύστημα, απορρέει από αυτό
- ※ Τότε ακόμα, λοιπόν, οι οικονομολόγοι μπορούσαν να διακρίνονται ανάμεσα σε «αισιόδοξους» και «απαισιόδοξους» ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, σε ανεπιφύλακτα «συστημικούς», σε εν δυνάμει «αντισυστημικούς» και σε επιφυλακτικούς αγνωστικιστές. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- συστημική θεωρία: στην πληροφορική ή στην ψυχανάλυση και σε άλλους τομείς πρεσβεύει ότι η βλάβη σε ένα στοιχείο του συστήματος επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάζει όλο το σύστημα καθώς και άλλα δίκτυα (οικονομικά, οργανικά, ψυχικά) που συνδέονται με αυτό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)