συστολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συστολή συστολές
γενική συστολής συστολών
αιτιατική συστολή συστολές
κλητική συστολή συστολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συστολή < ελληνιστική κοινή συστολή < αρχαία ελληνική συστέλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συστολή θηλυκό

  1. (φυσιολογία) ρυθμική σύσπαση της καρδιάς, που έχει ως αποτέλεσμα την έξοδο του αίματος (που περιέχεται στις κοιλότητες της καρδιάς) προς τις αρτηρίες
  2. (φυσιολογία) σύσπαση των μυών και κοίλων οργάνων
  3. (φυσική) μείωση των διαστάσεων ενός σώματος, από ελάττωση θερμοκρασίας ή αύξηση πίεσης
  4. (μαθηματικά) όρος της συστολικής γεωμετρίας
  5. (ψυχολογία) κοινωνική διστακτικότητα, ντροπαλότητα
  6. σωληνοειδές εξάρτημα που χρησιμοποιείται για την ένωση ενός φαρδύτερου με έναν στενότερο σωλήνα
  7. (γλωσσολογία) σύμπτυξη λέξεων με χρήση αποστρόφου

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]