συχνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συχνός συχνή συχνό
γενική συχνού συχνής συχνού
αιτιατική συχνό συχνή συχνό
κλητική συχνέ συχνή συχνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συχνοί συχνές συχνά
γενική συχνών συχνών συχνών
αιτιατική συχνούς συχνές συχνά
κλητική συχνοί συχνές συχνά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συχνός < αρχαία ελληνική συχνός

Επίθετο[επεξεργασία]

συχνός αρσενικό

  1. που συνήθως συμβαίνει ή εμφανίζεται πολλές φορές μέσα σε ένα χρονικό διάστημα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  συχνο-

Μεταφράσεις[επεξεργασία]