συχωρεμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συχωρεμένος συχωρεμένη συχωρεμένο
γενική συχωρεμένου συχωρεμένης συχωρεμένου
αιτιατική συχωρεμένο συχωρεμένη συχωρεμένο
κλητική συχωρεμένε συχωρεμένη συχωρεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συχωρεμένοι συχωρεμένες συχωρεμένα
γενική συχωρεμένων συχωρεμένων συχωρεμένων
αιτιατική συχωρεμένους συχωρεμένες συχωρεμένα
κλητική συχωρεμένοι συχωρεμένες συχωρεμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συχωρεμένος < συγχωρημένος < συγχωρέω (υποχωρώ, κάνω πέρα για να χωρέσουμε)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συχωρεμένος αρσενικό, μετοχή παθ. παρακ. του συχωρώ

  1. που έχει συγχωρηθεί
    -Συγγνώμη μαμά. -Εντάξει, συχωρεμένος, πάρε τώρα το παγωτό σου
  2. (μεταφορικά) ο νεκρός
    Όλα τα άφησε στη φιλενάδα του και στη χήρα δεν άφησε τίποτα ο συχωρεμένος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]