Μετάβαση στο περιεχόμενο

σφάλλω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σφάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σφάλλω (κάνω κάτι να πέσει), σφάλλομαι (κάνω λάθος)[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsfa.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σφάλλω
τονικό παρώνυμο: σφαλώ

σφάλλω, πρτ.: έσφαλλα, αόρ.: έσφαλα, μτχ.π.π.: εσφαλμένος (χωρίς παθητική φωνή)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σφάλλω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)gʷʰh₂el-.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /spʰál.lɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /ˈsɸal.lo/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: σφᾰλλω

σφάλλω

  1. κάνω κάποιον να πέσει, συνήθως βάζοντας τρικλοποδιά, ρίχνω κάτω, καταρρίπτω, ανατρέπω
  2. ανατρέπω αντίπαλο σε πάλη
  3. καταστρατηγώ, κατατροπώνω, ματαιώνω, βλάπτω, λυπώ
  4. (γενικότερα) νικώ κάποιον
  5. (παθητική φωνή) σφάλλω, κάνω λάθος, πλανώμαι, απατώμαι
  6. (παθητική φωνή) ανατρέπομαι, πέφτω, εκλείπω, αφανίζομαι, καταστρέφομαι, μένω αβοήθητος
  7. (παθητική φωνή, με γενική πράγματος) απατώμαι ή αποτυγχάνω σε κάτι
  8. (για μεθυσμένο) «σφαλλόμενος» παραπαίω, τρεκλίζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]