Μετάβαση στο περιεχόμενο

σφάλμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σφάλμα τα σφάλματα
      γενική του σφάλματος των σφαλμάτων
    αιτιατική το σφάλμα τα σφάλματα
     κλητική σφάλμα σφάλματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σφάλμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σφάλμα < σφάλλω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsfal.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σφάλμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σφάλμα ουδέτερο

  1. καθετί εσφαλμένο, που δε γίνεται σωστά
    παράδειγμα  έχω υποπέσει πολλές φορές σε σφάλματα
      νοοτροπία ἐκείνη πού ἤθελε τούς ξένους ὡς τή μόνη πηγή τῶν δεινῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσε μιά φρεναπάτη, πού ἔδειχνε περισσότερο τήν ἀνευθυνότητα καί τήν ἔλλειψη διάθεσης γιά περισυλλογή καί ἀποτίμηση τῶν σφαλμάτων μας, ὡς λαοῦ. (Τάκης Τζαμαλίκος, Ελληνισμός κα αλλοτρίωση: Η Ευρωπαϊκή πρόκληση, εκδ. Γνώση, 1982, σελ. 257)
  2. η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα
    παράδειγμα βαρύ σφάλμα
  3. (μαθηματικά) η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στην πραγματική τιμή μιας μαθηματικής πράξης και στην τιμή που προκύπτει μετά από εκτίμηση ή υπολογισμό
     δείτε και τη λέξη σφάλμα κβαντισμού

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]