σφένδαμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σφένδαμος σφένδαμοι
γενική σφενδάμου σφενδάμων
αιτιατική σφένδαμο σφενδάμους
κλητική σφένδαμε σφένδαμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφένδαμος < αρχαία ελληνική σφένδαμος (ήταν θηλυκού γένους)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφένδαμος αρσενικό

  1. (βοτανική) είδος άγριου δένδρου

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφένδαμος < σφένδαμνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφένδαμος θηλυκό

  1. ο σφένδαμος, το σφεντάμι