σφήνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

σφήνα ως κοπτικό εργαλείο
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σφήνα σφήνες
γενική σφήνας σφηνών
αιτιατική σφήνα σφήνες
κλητική σφήνα σφήνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σφήνα < αρχαία ελληνική σφήν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σφήνα θηλυκό

  1. εργαλείο φτιαγμένο από διάφορα υλικά (ξύλο, μέταλλο κ.λπ.) και σε διάφορα σχήματα (τριγωνικό πρίσμα, κωνικό, κυλινδρικό κ.ά.), που τοποθετείται σ' ένα αντικείμενο που θέλουμε να το κόψουμε ή να το χωρίσουμε σε μικρότερα τμήματα
  2. εργαλείο που χρησιμοποιείται για να συνδέσουμε ή να στερεώσουμε διάφορα αντικείμενα
  3. οτιδήποτε μοιάζει με σφήνα (1, 2)
    Μα ο πόθος δε χορταίνει όσο κι α φάει, / μες την καρδιά μου μπήγεται σα σφήνα. (Λορέντζος Μαβίλης, Έρως και θάνατος)
  4. (μεταφορικά) κάτι που διακόπτει μια πορεία ή μια διαδικασία, παρεμβαλλόμενο ανάμεσα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]