σφαγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σφαγή οι σφαγές
      γενική της σφαγής των σφαγών
    αιτιατική τη σφαγή τις σφαγές
     κλητική σφαγή σφαγές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφαγή < αρχαία ελληνική σφαγή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφαγή θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος σφάζω, η θανάτωση ζώου συνήθως ή και ανθρώπου με μαχαίρι
    τα ζώα πρέπει να ελέγχονται πριν τη σφαγή από κτηνίατρο
  2. η μαζική θανάτωση ανθρώπων, ιδίως σε πόλεμο
    η σφαγή της Χίου
  3. (μεταφορικά) η αποτυχία μεγάλου αριθμού μαθητών/σπουδαστών σε εξετάσεις
    Σφαγή στα μαθηματικά! Κάτω από τη βάση τα περισσότερα γραπτά
  4. (μεταφορικά) η εσκεμμένη αλλοίωση αποτελέσματος από τους διαιτητές σε αθλητικό αγώνα υπέρ μίας εκ των δύο ομάδων
    Σφαγή του Λίντο. Έκλεψαν το κύπελλο από τον ΑΡΗ στον τελικό κυπέλλου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]