σφαγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σφαγμένος σφαγμένη σφαγμένο
γενική σφαγμένου σφαγμένης σφαγμένου
αιτιατική σφαγμένο σφαγμένη σφαγμένο
κλητική σφαγμένε σφαγμένη σφαγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σφαγμένοι σφαγμένες σφαγμένα
γενική σφαγμένων σφαγμένων σφαγμένων
αιτιατική σφαγμένους σφαγμένες σφαγμένα
κλητική σφαγμένοι σφαγμένες σφαγμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σφάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

σφαγμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: σφάζω
  1. συνειδητά σκοτωμένο ζώο (ή σπανιότερα άνθρωπος, όχι φυτό τουλάχιστον κυριολεκτικά) με σκοπό την κατανάλωσή του ως τρόφιμο
  2. σκοτωμένος βιαίως, αποτρόπαια, με βέβηλο τρόπο για το σώμα του νεκρού













Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]