σφαιρικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική σφαιρικός σφαιρική σφαιρικό
γενική σφαιρικού σφαιρικής σφαιρικού
αιτιατική σφαιρικό σφαιρική σφαιρικό
κλητική σφαιρικέ σφαιρική σφαιρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σφαιρικοί σφαιρικές σφαιρικά
γενική σφαιρικών σφαιρικών σφαιρικών
αιτιατική σφαιρικούς σφαιρικές σφαιρικά
κλητική σφαιρικοί σφαιρικές σφαιρικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αντώνυμα
μονόπλευρος
σφαιρικός < σφαίρα + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

σφαιρικός

  1. από όλες τις πλευρές ή όλες τις απόψεις, ολικός
    σφαιρική αντίληψη του ζητήματος
  2. που έχει σχέση με σφαίρα ή που έχει παρόμοιο σχήμα
    σφαιρική γεωμετρία
    σφαιρικός φακός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]