σφαιριστική
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σφαιριστική | ||
| γενική | της | σφαιριστικής | ||
| αιτιατική | τη | σφαιριστική | ||
| κλητική | σφαιριστική | |||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σφαιριστική < σφαίρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σφαιριστική θηλυκό
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]σφαιριστική
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του σφαιριστικός