σφαιροβόλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σφαιροβόλος σφαιροβόλοι
γενική σφαιροβόλου σφαιροβόλων
αιτιατική σφαιροβόλο σφαιροβόλους
κλητική σφαιροβόλε σφαιροβόλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφαιροβόλος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφαιροβόλος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (αθλητισμός) ο αθλητής που ασχολείται με την σφαιροβολία, με την ρίψη μιας σιδερένιας σφαίρας όσο πιο μακριά μπορεί


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]