Μετάβαση στο περιεχόμενο

σφαλίζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀσφαλίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σφαλίζω < μεσαιωνική ελληνική σφαλίζω (αποκλείω) < (ελληνιστική κοινή)

σφαλίζω (παθητική φωνή: σφαλίζομαι)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]