σφαῖρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: σφαίρα

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφαῖρα < σπαίρω < πρωτοελληνική *spəřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *TsperH-[1] (κλοτσώ με την φτέρνα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφαῖρα θηλυκό

  1. σφαίρα
  2. μπάλα
  3. υδρόγειος σφαίρα
  4. γάντι πυγμάχου
  5. (ιατρική) (ελληνιστική κοινή) χάπι
  6. (ζωολογία) (ελληνιστική κοινή) αχινός

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

Πηγές[επεξεργασία]