σφαῖρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: σφαίρα

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σφαῖρ αἱ σφαῖραι
      γενική τῆς σφαίρᾱς τῶν σφαιρῶν
      δοτική τῇ σφαίρ ταῖς σφαίραις
    αιτιατική τὴν σφαῖρᾰν τὰς σφαίρᾱς
     κλητική ! σφαῖρ σφαῖραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σφαίρ
γεν-δοτ τοῖν  σφαίραιν
Εδώ, το καθαρό α (που ακολουθεί το ρ ή φωνήεν)
δεν είναι μακρό, αλλά κατ' εξαίρεσιν, βραχύ.
1η κλίση όπως «σφαῖρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφαῖρα < ετυμολογικές προτάσεις:

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφαῖρα θηλυκό

  1. σφαίρα
  2. μπάλα
  3. υδρόγειος σφαίρα
  4. γάντι πυγμάχου
  5. (ιατρική) (ελληνιστική κοινή) χάπι
  6. (ζωολογία) (ελληνιστική κοινή) αχινός

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
σφαιρ- 

και σύνθετα


Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «σφαίρα» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

Πηγές[επεξεργασία]