σφενδόνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σφενδόνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σφενδόνη
- για την αρχιτεκτονική: μεσαιωνική σημασία[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sfenˈðo.ni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σφεν‐δό‐νη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σφενδόνη θηλυκό
- (ιστορία, οπλισμός) η αρχαία σφενδόνη, διαφορετική από την απλούστερη σύγχρονη σφεντόνα
- (αρχιτεκτονική) το κυρτό τμήμα των κερκίδων σταδίου
- (γαλλική ιστορία) → δείτε τη γραφή Σφενδόνη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σφενδόνη
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σφενδόνη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | σφενδόνη | αἱ | σφενδόναι |
| γενική | τῆς | σφενδόνης | τῶν | σφενδονῶν |
| δοτική | τῇ | σφενδόνῃ | ταῖς | σφενδόναις |
| αιτιατική | τὴν | σφενδόνην | τὰς | σφενδόνᾱς |
| κλητική ὦ! | σφενδόνη | σφενδόναι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σφενδόνᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | σφενδόναιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σφενδόνη < άγνωστης ετυμολογίας + -όνη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σφενδόνη θηλυκό
- (οπλισμός) (Χρειάζεται ορισμός για το εκηβόλο όπλο)
- ο λίθος που ρίχνεται με τη σφενδόνη
- κάθε κατασκεύασμα που έχει σχήμα σφενδόνης
- δεσμός με τον οποίο κρεμιέται από τον λαιμό το χέρι που πάσχει
- επίδεσμος για το αιδοίο
- (ενδυμασία) διάδημα ή ταινία που φορούσαν οι γυναίκες στο κεφάλι
- μέρος γερανού το οποίο χρησιμοποιούσαν για την εκφόρτωση πλοίων
- (ανατομία) το λευκό του οφθαλμού, o σκληρός χιτώνας
- (μεταφορικά, μετεωρολογία) το χαλάζι, που πέφτει όπως οι εκσφενδονιζόμενοι λίθοι
- μικρός οδοιπορικός χάρτης που είχε σχήμα ιμάντα
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- σφενδόνας ἀπ' εὐμέτρου (με καλά μετρημένη βολή σαν από σφεντόνα)
- σφενδόνῃ οὐκ ἂν ἐφικοίμην αὐτός (δε θα έφτανα ούτε με σφεντόνα)
Πηγές
[επεξεργασία]- σφενδόνη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σφενδόνη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Οπλισμός (νέα ελληνικά)
- Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βελόνη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βελόνη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -όνη (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Οπλισμός (αρχαία ελληνικά)
- Ενδυμασία (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Μετεωρολογία (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)