Μετάβαση στο περιεχόμενο

σφενδόνη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Σφενδόνη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σφενδόνη οι σφενδόνες
      γενική της σφενδόνης των σφενδονών
    αιτιατική τη σφενδόνη τις σφενδόνες
     κλητική σφενδόνη σφενδόνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σφενδόνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σφενδόνη
  • για την αρχιτεκτονική: μεσαιωνική σημασία[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sfenˈðo.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σφενδόνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σφενδόνη θηλυκό

  1. (ιστορία, οπλισμός) η αρχαία σφενδόνη, διαφορετική από την απλούστερη σύγχρονη σφεντόνα
  2. (αρχιτεκτονική) το κυρτό τμήμα των κερκίδων σταδίου
  3. (γαλλική ιστορία)  δείτε τη γραφή Σφενδόνη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σφενδόνη αἱ σφενδόναι
      γενική τῆς σφενδόνης τῶν σφενδονῶν
      δοτική τῇ σφενδόν ταῖς σφενδόναις
    αιτιατική τὴν σφενδόνην τὰς σφενδόνᾱς
     κλητική ! σφενδόνη σφενδόναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σφενδόν
γεν-δοτ τοῖν  σφενδόναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σφενδόνη < άγνωστης ετυμολογίας + -όνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σφενδόνη θηλυκό

  1. (οπλισμός) (Χρειάζεται ορισμός για το εκηβόλο όπλο)
  2. ο λίθος που ρίχνεται με τη σφενδόνη
  3. κάθε κατασκεύασμα που έχει σχήμα σφενδόνης
  4. δεσμός με τον οποίο κρεμιέται από τον λαιμό το χέρι που πάσχει
  5. επίδεσμος για το αιδοίο
  6. (ενδυμασία) διάδημα ή ταινία που φορούσαν οι γυναίκες στο κεφάλι
  7. μέρος γερανού το οποίο χρησιμοποιούσαν για την εκφόρτωση πλοίων
  8. (ανατομία) το λευκό του οφθαλμού, o σκληρός χιτώνας
  9. (μεταφορικά, μετεωρολογία) το χαλάζι, που πέφτει όπως οι εκσφενδονιζόμενοι λίθοι
  10. μικρός οδοιπορικός χάρτης που είχε σχήμα ιμάντα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]