Μετάβαση στο περιεχόμενο

σφιγκτήρας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σφιγκτήρας οι σφιγκτήρες
      γενική του σφιγκτήρα των σφιγκτήρων
    αιτιατική τον σφιγκτήρα τους σφιγκτήρες
     κλητική σφιγκτήρα σφιγκτήρες
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σφιγκτήρας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σφιγκτήρ από την αιτιατική ενικού «τὸν σφιγκτῆρα» < σφίγγω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sfiŋˈkti.ɾas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σφιγκτήρας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σφιγκτήρας αρσενικό

  1. (ανατομία) συσταλτικός μυς που κλείνει το στόμιο κάποιας κοιλότητας
      Όταν βρεθούμε στην τουαλέτα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στους μυς της ουροδόχου κύστης να συσπαστούν, εξωθώντας τα ούρα από την ουροδόχο κύστη προς την ουρήθρα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στον σφιγκτήρα της ουρήθρας να χαλαρώσει και έτσι γίνεται η ούρηση με απόλυτη συνεργασία. (Γνωριμία με το ουροποιητικό σύστημα, Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ), ανακτήθηκε στις 15/11/2025 )
      Αχαλασία είναι μια πρωτοπαθής διαταραχή κινητικότητας του οισοφάγου, κατά την οποία ο κάτω οισοφαγικός σφιγκτήρας δεν κάνει χάλαση -δεν ανοίγει- κατά την κατάποση. Έτσι ο βλωμός της τροφής δεν μπορεί να περάσει από τον οισοφάγο στο στομάχι. Σαν αποτέλεσμα, δεν επιτελούνται οι κυματοειδείς συσπάσεις των λείων μυών (επονομαζόμενες περισταλτισμός), που φυσιολογικά προωθούν το φαγητό προς το στομάχι. Γενικά, η αχαλασία αποτελεί σπάνια διαταραχή (1:100.000 άτομα/έτος). Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά είναι πιο συχνή στις δεκαετίες των 30 και των 70.
    Αχαλασία, @esophagus.gr, ημερομηνία ανάκτησης: 01-09-2024.
  2. εξάρτημα που σφίγγει κάτι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]