σφολιάτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σφολιάτα οι σφολιάτες
      γενική της σφολιάτας των σφολιατών
    αιτιατική τη σφολιάτα τις σφολιάτες
     κλητική σφολιάτα σφολιάτες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφολιάτα < ιταλική sfogliata

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφολιάτα θηλυκό

  1. είδος πίτας που παρασκευάζεται με αυγά και βούτυρο και κατά το ψήσιμο χωρίζεται σε αλλεπάλληλα λεπτά φύλλα: οι σφολιάτες της γιαγιάς είναι πεντανόστιμες.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]