Μετάβαση στο περιεχόμενο

σφράγισα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σφράγισα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφραγίζω