σφραγιδονυχαργοκομήτης
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σφραγιδονυχαργοκομήτης, -ου αρσενικό
- (σκωπτικό) τεχνητή λέξη που έπλασε ο Αριστοφάνης: κυριολεκτικά «αργόσχολοι μακρυμάλληδες που ασχολούνται με τα νύχια τους και με τα δαχτυλίδια τους», αργόσχολοι, χαραμοφάηδες
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 332 (331-332)
- οὐ γάρ, μὰ Δί᾽, οἶσθ᾽ ὁτιὴ πλείστους αὗται βόσκουσι σοφιστάς, | Θουριομάντεις, ἰατροτέχνας, σφραγιδονυχαργοκομήτας,
- Μα το Δία· δεν είν᾽ έτσι· ταΐζουν αυτές σοφιστές ένα πλήθος, | ανθρώπους σφραγιδοασπρονυχάτους με κόμη ριχτή, θουριομάντηδες, κομπογιαννίτες,
- Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greek‑language.gr
- οὐ γάρ, μὰ Δί᾽, οἶσθ᾽ ὁτιὴ πλείστους αὗται βόσκουσι σοφιστάς, | Θουριομάντεις, ἰατροτέχνας, σφραγιδονυχαργοκομήτας,
- ※ παρὰ δὲ τοῖς κωμικοῖς καὶ ἐκ πλειόνων , ὡς παρὰ Αριστοφάνει σφραγιδονυχαργοκομῆται οἱ φιλόσοφοι διὰ τὸ ἀργοὶ διατελεῖν καὶ κομῆται εἶναι, ἔτι καὶ σφραγῖδας ἐν τοῖς δακτυλίοις φορεῖν . καὶ παρ ̓ Εὐπόλιδι ἀμφιπτολεμοπηδησίστρατος (Εύπολις, (446-412 π.Χ), éd. Immanuel Bekker, Anecdota græca, vol. 2, 1816, σελ. 702)
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 332 (331-332)
Πηγές
[επεξεργασία]- σφραγιδονυχαργοκομήτης - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σφραγιδονυχαργοκομήτης - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ δες πηγές: Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ και στο Logeion: Grieks Nederlands
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'στρατιώτης' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'στρατιώτης' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'στρατιώτης' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση όπως τα -ης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Σκωπτικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)