Μετάβαση στο περιεχόμενο

σφραγιδονυχαργοκομήτης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σφραγιδονυχαργοκομήτης οἱ σφραγιδονυχαργοκομῆται
      γενική τοῦ σφραγιδονυχαργοκομήτου τῶν σφραγιδονυχαργοκομητῶν
      δοτική τῷ σφραγιδονυχαργοκομήτ τοῖς σφραγιδονυχαργοκομήταις
    αιτιατική τὸν σφραγιδονυχαργοκομήτην τοὺς σφραγιδονυχαργοκομήτᾱς
     κλητική ! σφραγιδονυχαργοκομῆτ σφραγιδονυχαργοκομῆται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σφραγιδονυχαργοκομήτ
γεν-δοτ τοῖν  σφραγιδονυχαργοκομήταιν
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σφραγιδονυχαργοκομήτης < σφραγίς + ὄνυξ + ἀργός + κομήτης[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σφραγιδονυχαργοκομήτης, -ου αρσενικό

  • (σκωπτικό) τεχνητή λέξη που έπλασε ο Αριστοφάνης: κυριολεκτικά «αργόσχολοι μακρυμάλληδες που ασχολούνται με τα νύχια τους και με τα δαχτυλίδια τους», αργόσχολοι, χαραμοφάηδες
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 332 (331-332)
    οὐ γάρ, μὰ Δί᾽, οἶσθ᾽ ὁτιὴ πλείστους αὗται βόσκουσι σοφιστάς, | Θουριομάντεις, ἰατροτέχνας, σφραγιδονυχαργοκομήτας,
    Μα το Δία· δεν είν᾽ έτσι· ταΐζουν αυτές σοφιστές ένα πλήθος, | ανθρώπους σφραγιδοασπρονυχάτους με κόμη ριχτή, θουριομάντηδες, κομπογιαννίτες,
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greeklanguage.gr
      παρὰ δὲ τοῖς κωμικοῖς καὶ ἐκ πλειόνων , ὡς παρὰ Αριστοφάνει σφραγιδονυχαργοκομῆται οἱ φιλόσοφοι διὰ τὸ ἀργοὶ διατελεῖν καὶ κομῆται εἶναι, ἔτι καὶ σφραγῖδας ἐν τοῖς δακτυλίοις φορεῖν . καὶ παρ ̓ Εὐπόλιδι ἀμφιπτολεμοπηδησίστρατος (Εύπολις, (446-412 π.Χ), éd. Immanuel Bekker, Anecdota græca, vol. 2, 1816, σελ. 702)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. δες πηγές: Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ και στο Logeion: Grieks Nederlands