Μετάβαση στο περιεχόμενο

σφυγμομετρήσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σφυγμομετρήσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφυγμομετρώ
  2. θα σφυγμομετρήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σφυγμομετρώ