σφυρί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σφυρί τα σφυριά
      γενική του σφυριού των σφυριών
    αιτιατική το σφυρί τα σφυριά
     κλητική σφυρί σφυριά
όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφυρί < μεσαιωνική ελληνική σφυρί < ελληνιστική κοινή σφυρίον (υποκοριστικό του) < αρχαία ελληνική σφῦρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Κλασικό σφυρί(1)

σφυρί ουδέτερο

  1. ένα από τα παλαιότερα εργαλεία, με λαβή και κεφαλή, που χρησιμοποιείται για σπάσιμο ή κάρφωμα
  2. παρόμοιο (1) αντικείμενο, κυρίως ξύλινο, που χρησιμοποιείται:
    • στις δημοπρασίες όταν κατακυρώνεται το δημοπρατούμενο σε έναν αγοραστή
    • από προεδρεύοντες σε συνεδριάσεις (δικαστηρίων κοινοβουλίων κ.λπ.) για την επαναφορά στην τάξη

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βγάζω στο σφυρί: βγάζω σε πλειστηριασμό, δημοπρασία. Χρησιμοποιείται κυρίως επιτιμητικά
    του έβγαλε η τράπεζα το σπίτι του στο σφυρί
    αν δε βρω χρήματα για το νοίκι θα βγάλω στο σφυρί το αμάξι μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]