σχίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σχίζω < πρωτοελληνική *skʰídyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ski-d- / *skeyd- (χωρίζω, διαιρώ) < *skey (χωρίζω, ανατέμνω)
Ρήμα
[επεξεργασία]σχίζω, αόρ.: έσχισα, παθ.φωνή: σχίζομαι, π.αόρ.: σχίσθηκα, μτχ.π.π.: σχισμένος → δείτε και τη λέξη σκίζω
- κόβω σε δύο κομμάτια με μια απότομη κίνηση ένα αντικείμενο με μικρό πάχος, (πχ. χαρτί ή ύφασμα)
- ※ Η πρώτη –και ίσως μοναδική– φορά που η Πατ Μακ Κόρμικ φοβήθηκε ήταν όταν έπεσε από την πλατφόρμα των 10 μέτρων και σχίστηκε το μαγιό της, αλλά γρήγορα το ξεπέρασε γιατί ο στόχος της ήταν να διακριθεί και σε αυτό το αγώνισμα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952. (www.kathimerini.gr, 06.06.2015)
- κόβω κατά μήκος σε δύο κομμάτια ένα ξύλο χτυπώντας το με τσεκούρι
- προκαλώ τη λύση της συνέχειας μιας επιφάνειας (π.χ υφάσματος ή δέρματος), δημιουργώ ένα άνοιγμα ή τραυματίζω
- ※ «Σχίζουν και πληγώνουν τα δέντρα στις 7 Ιουλίου και κάνουν την πρώτη συλλογή στις 15 Αυγούστου, εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τη δεύτερη στις 14 Σεπτεμβρίου, εορτή του Σταυρού, εξαιτίας της πρόληψης ότι οι ιερές αυτές ημέρες συμβάλλουν πολύ στην αύξηση της σοδειάς. (www.kathimerini.gr, 22.08.2012)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Τα σχίζω και σκίζω δεν ταυτίζονται σε όλες τις σημασίες τους
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αποξεσκίζω
- αποσχίζω / αποσκίζω
- αποσχίζομαι
- απόσχιση
- αποσχισμένος
- αποσχιστής
- αποσχιστικά
- αποσχιστικός
- διασχίζω
- διάσχιση
- καταξεσχίζω / καταξεσκίζω
- καταξεσχισμένος / καταξεσκισμένος
- κατασχίζω / κατασκίζω
- κατασχισμένος / κατασκισμένος
- ξεσχίζω
- ξέσχισμα / ξέσκισμα
- ξεσχισμένος
- σχίζα
- σχιζοειδής
- σχιζοφρένεια
- σχιζοφρενής
- σχιζοφρενικά
- σχιζοφρενικός
- σχίσμα
- σχισμάδα / σκισμάδα
- σχισματιά
- σχισματικός
- σχισμένος / σκισμένος
- σχισμή / σκισμή
- σχιστά
- σχιστία
- σχιστολιθικός
- σχιστόλιθος
- σχιστός
- σχιστικότητα
- σχιστοσωμίαση
- σχιστόσωμο
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | σχίζω | έσχιζα | θα σχίζω | να σχίζω | σχίζοντας | |
| β' ενικ. | σχίζεις | έσχιζες | θα σχίζεις | να σχίζεις | σχίζε | |
| γ' ενικ. | σχίζει | έσχιζε | θα σχίζει | να σχίζει | ||
| α' πληθ. | σχίζουμε | σχίζαμε | θα σχίζουμε | να σχίζουμε | ||
| β' πληθ. | σχίζετε | σχίζατε | θα σχίζετε | να σχίζετε | σχίζετε | |
| γ' πληθ. | σχίζουν(ε) | έσχιζαν σχίζαν(ε) |
θα σχίζουν(ε) | να σχίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | έσχισα | θα σχίσω | να σχίσω | σχίσει | ||
| β' ενικ. | έσχισες | θα σχίσεις | να σχίσεις | σχίσε | ||
| γ' ενικ. | έσχισε | θα σχίσει | να σχίσει | |||
| α' πληθ. | σχίσαμε | θα σχίσουμε | να σχίσουμε | |||
| β' πληθ. | σχίσατε | θα σχίσετε | να σχίσετε | σχίστε | ||
| γ' πληθ. | έσχισαν σχίσαν(ε) |
θα σχίσουν(ε) | να σχίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω σχίσει | είχα σχίσει | θα έχω σχίσει | να έχω σχίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις σχίσει | είχες σχίσει | θα έχεις σχίσει | να έχεις σχίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει σχίσει | είχε σχίσει | θα έχει σχίσει | να έχει σχίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε σχίσει | είχαμε σχίσει | θα έχουμε σχίσει | να έχουμε σχίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε σχίσει | είχατε σχίσει | θα έχετε σχίσει | να έχετε σχίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν σχίσει | είχαν σχίσει | θα έχουν σχίσει | να έχουν σχίσει |
| |
Παθητική φωνή → λείπει η κλίση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαιρώ ένα αντικείμενο με μικρό πάχος
επιφάνεια
|
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Πηγές
[επεξεργασία]- σχίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σχίζω < πρωτοελληνική *skʰídyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ski-d- / *skeyd- (χωρίζω, διαιρώ) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *skey (χωρίζω, ανατέμνω)
Πηγές
[επεξεργασία]- σχίζω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σχίζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)