σχίσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σχίσμα σχίσματα
γενική σχίσματος σχισμάτων
αιτιατική σχίσμα σχίσματα
κλητική σχίσμα σχίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σχίσμα < αρχαία ελληνική σχίσμα (< σχίζω)


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σχίσμα ουδέτερο

  1. (θρησκεία) ο διαχωρισμός μιας ενιαίας Εκκλησίας σε δύο τμήματα που δεν κοινωνούν εκκλησιαστικά μεταξύ τους
    το σχίσμα του 1054 είχε βαρύτατες μακροπρόθεσμες συνέπειες για το Βυζάντιο
  2. (γενικότερα) η διάσπαση ενός οργανωμένου συνόλου
    η διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕ το 1968 προκάλεσε ένα βαθύ σχίσμα στους κόλπους της ελληνικής Αριστεράς


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]